Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Ορίζοντας άπειρος



Αγνή σαν παιδί νεογέννητο

Άσπιλη σαν φως πρωινό 

Δυνατή σαν μπόρα καλοκαιριού

Χαμογελαστή σαν τόξο ουράνιο


Ήρθες να ντύσεις το άδειο μου είναι

Κι ευθύς απλώθηκε μπροστά μου ορίζοντας άπειρος

Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Σ'αγαπώ λες

 Σ'αγαπώ

Λες και με κοιτάς .
Τα μάτια σου γεμάτα πηχτή αδημονία , οι λέξεις σου σφυράνε γύρω από τα αυτιά μου σαν σφαίρες , και εγώ ενστικτωδώς κάνω νοερές κινήσεις αποφυγής

Σ'αγαπώ

Λες και με κοιτάς
Κραδαίνεις ένα σφυρί και σε κάθε χτύπημα του περιμένεις να δεις και άλλο ένα κομμάτι μου να σπάει .

Σ'αγαπώ , Σ'αγαπώ , Σ'αγαπώ
ΜΠΑΜ , ΜΠΑΜ , ΜΠΑΠ

Κοιτάς τα κομμάτια , τα παίρνεις στα χέρια σου , τα χαιδεύεις , χαμογελάς

Σ'αγαπώ

ξαναλές και με καταπίνεις . Έπειτα σηκώνεσαι με ύφος νικητή , κοιτάς γύρω σου αγέρωχα , και συνεχίζεις ............

Και εγώ αναρωτιέμαι ,
πως μπορείς να αγαπάς και να ζητάς ; 

Μονόλογος

  Κάποιες φορές ο χρόνος σταματά , τα παρόν χάνει το νόημά του . Η ψυχή χάνει τα πάντα ; Δεν ξέρω . Μεγάλη κουβέντα έ ;
Μικρές καθημερινές εγκαταλείψεις , μικροί καθημερινοί θάνατοι .
Κάποιες φορές είναι τόση η μοναξιά , τόση η ματαιότητα , τόση η ανάγκη ενός ανθρώπου που είτε είναι μακριά είτε δεν υπάρχει καθόλου . Μόνη αυτή η ανάγκη , το άγγιγμα , η κουβέντα , το βλέμμα , το αχνό μελαγχολικό χαμόγελο .
Μόνη οδός σωτηρίας , ένας άνθρωπος .
Και η απουσία του , αυτό πάλι που το πας ; Πόση απουσία χωρά μια ανθρώπινη ύπαρξη ; πόσο κενό ;
Πόσο μπορεί να λέει '' εντάξει θα έρθει , θα αλλάξει , θα θα θα θα ........'' . Καλό το '' θα '' , ληξιπρόθεσμο γραμμάτιο ελπίδας .
Ναι ξέρω τι θα πείτε τώρα , '' απαισιόδοξος '' .
Ίσως και να είμαι , ίσως και να μου τελειώνει η ελπίδα , ίσως και να σκέφτομαι φωναχτά .
Όχι δεν έχω απαντήσεις , ούτε έτοιμες λύσεις έχω , μου τελειώσανε . Σπάσανε τα μούτρα τους με κρότο δυνατό , από καιρό τώρα . Από όταν κατάλαβα ότι ήτανε μόνο λόγια , κενά , ασφυκτικά άδεια, λόγια , ανήμπορα να γεμίσουν , ανήμπορα να απαλύνουν το παραμικρό .
Αρκετά είπα όμως .Ίσως δεν έπρεπε . Ίσως να ναι μόνο το παραλήρημα ενός ανθρώπου που διαβαίνει μέσα στο μυαλό του , σαν σε σπίτι ρημαγμένο από το χρόνο , και ανοίγει πόρτες ψάχνοντας κάτι να βρει .
Αρκετά είπα .
Γεια σας τώρα
Πρέπει να φύγω , ο ουρανός βάρυνε και έχω δρόμο  ακόμη πολύ να κάνω
Γεια σας . 

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Δέκα χρόνια μετά


Έφυγες τότε , δε σε χώραγε ο τόπος .
Όνειρα στριμωγμένα στις βαλίτσες , στην ψυχή σου .
Σε μια ψυχή που μπορούσε να δαμάσει τα αδάμαστα .
Όνειρα , φόβοι , ελπίδες , όλα μαζί να τσακώνονται ποιο θα σε πάει
, ποιο θα σε φέρει , ποιο θα σε αφήσει .


Και μια ανάγκη να νικήσεις το ανίκητο ,
μια ορμή θαρρείς φυλακισμένη αιώνες ολόκληρους
να βγαίνει φορές φορές και να νομίζω
πως θα γυρίσει την πλάση πίσω .


Μιλούσες για τα όνειρα και τα μάτια σου φεγγάρια ολόγιομα
, σηκωνόσουνα γυρνούσες το δωμάτιο και έλεγες , έλεγες ,
χανόσουν στους κόσμους σου .


Και μετά τι ;
Μετά το “ εδώ “ η αβάσταχτη πραγματικότητα που μας έδεσε τόσο πολύ .
Μπολιάστικαν οι φόβοι μας βρήκανε τα όνειρά μας καταφύγιο και ελπίδα .
Να'ναι αυτό άραγε η αγάπη ;
Οι φόβοι . Που όταν σε θυμότανε έχανες τον κόσμο ,
σαν να σε πηγαίνανε σε ένα τόπο σκοτεινό, άδειο ,
σαν να σου πέρνανε την ψυχή κομμάτι κομμάτι ,
κούρνιαζες τότε στην αγκαλιά μου “ φοβάμαι “ έλεγες .
“ Θα περάσει” σου έλεγα , και καθώς σου χαίδευα τα μαλλιά μια ανατριχίλα διαπερνούσε το κορμί μου .
Έφυγες τότε .

Η απόφαση


Πετάχτηκε επάνω ασθμαίνοντας , σαν κάτι , η κάποιος , να του είχε πάρει τον τόσο πολύτιμο αέρα μέσα από τα πνευμόνια του . Κοίταξε γύρω του μέσα στο απύθμενο σκοτάδι , προσπαθώντας να καταλάβει που είναι . Και σιγά σιγά επανερχόταν στην πραγματικότητα , κατάφερε να βρει την αναπνοή του όταν πια σιγουρεύτηκε πως ήτανε στο υπνοδωμάτιο του σπιτιού του , στο κρεβάτι του . Στο κρεβάτι που εδώ και χρόνια μοιραζότανε μόνο με τον εαυτό του
Σηκώθηκε αργά προσπαθώντας ακόμη να συνέλθει , προσπαθώντας να καταλάβει τι ήτανε αυτό που τον αναστάτωσε τόσο . Όνειρο ; Μπα ! Πιο εύκολα θα το έλεγε εφιάλτη . Σκουντουφλόντας πάνω στα έπιπλα ζαλισμένος ακόμη πήγε μέχρι το μπάνιο . Έριξε νερό στο πρόσωπό του να ξεπλύνει , μαζί με τον ιδρώτα , και ότι άλλο τον μόλυνε πριν από λίγες στιγμές . Κοίταξε φευγαλέα τον καθρέφτη και αμέσως , αντανακλαστικά σχεδόν , έσβησε το φως . Θαρρείς και ότι έβλεπε δεν του άρεσε .
Περπάτησε , σταθερά τώρα πια , ως την μπαλκονόπορτα με μια αποφασιστική κίνηση την άνοιξε έπειτα άνοιξε το παντζούρι . Το φως των αστεριών του χάιδεψε το πρόσωπο έκανε δυο αργά βήματα . Δεν βιαζόταν πια ο εφιάλτης τελείωσε . Τα αστέρια του το είπανε , κανένας εφιάλτης δεν έχει τόσο φως . Τα κοίταξε για λίγες στιγμές ευχαριστώντας τα που φωτίσανε το χάος που τον έζωσε . Και ας μη θυμότανε ακριβώς τι ήτανε . Η αίσθηση που είχε όταν ξύπνησε ακόμη του προκαλούσε ανατριχίλα . Έκανε ακόμη δυο βήματα , ακούμπησε στα κάγκελα της βεράντας , σε μικρή απόσταση τα φώτα της πόλης , πολύχρωμο καρουζέλ . Άναψε τσιγάρο , σκέφτηκε να κοιτάξει την ώρα , μα το μετάνιωσε “ Τι σημασία έχει “ αναρωτήθηκε . Ότι ώρα και να'ναι το σκηνικό δεν αλλάζει . Η επίδραση της νικοτίνης στον εγκέφαλό του τον βοήθησε να κάνει μια αναδρομή . Ένας αδυσώπητος αγώνας ήτανε σε εξέλιξη μέσα του , ένας αγώνας ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι , ανάμεσα στα πάντα και το τίποτα . Πλησίαζε η μέρα που έπρεπε να πάρει αποφάσεις , αποφάσεις που θα επιρέαζανε άμεσα πολλούς ανθρώπους . Ανθρώπους που χωρίς να τον γνωρίζουνε καν , εξαρτώταν από αυτόν . Αυτός όμως τους ήξερε . Ήξερε τα πάντα για όλους , είχε περάσει μέρες ατέλειωτες μελετώντας φακέλους , ελπίζοντας έτσι , με αυτά που θα διαβάσει , να γίνει η απόφαση που του ανατέθηκε πιο εύκολη . Μάταια . Κανείς τους δεν άξιζε την μοίρα που τους περίμενε .
Όσο και να 'έψαχνε δεν μπορούσε να βρει άλλη “ πόρτα “ στο πρόβλημα , η μάλλον στο δίλημμά του . Δεν υπήρχε μέση οδός . Η λύση ήτανε “ Άσπρο – Μαύρο “ φως η σκοτάδι . Στεκότανε ακόμη στο ίδιο σημείο , θαρρείς και η εσωτερική του διαμάχη δεν του άφηνε δύναμη ούτε καν να κουνηθεί . Άναψε δεύτερο τσιγάρο , το πρόσωπό του σφιγμένο , ανέκφραστο .
Στο βάθος ο ήλιος ξεκινούσε το ταξίδι του , έμεινε να κοιτά το μεγαλείο του φωτός που νικά το σκοτάδι , ένοιωσε πως ακόμη και όταν ο ήλιος δύει , δεν νικιέτε , απλώς παραχωρεί τη θέση του για λίγο .
Το πρόσωπό του φωτίστηκε από ένα πλατύ χαμόγελο . Η μάχη μέσα του είχε λήξει . Η απόφαση πάρθηκε . Δεν θέλησε να παρατήνει αυτόν τον τιτάνιο αγώνα μέσα του , αυτό τον αγώνα που του είχε στερίσει τον ύπνο αρκετές μέρες . Μη μπορώντας , η μάλλον , μη θέλωντας να κάνει αλλιώς , άφησε το σκοτάδι να χαθεί , το φως να νικήσει . Για πρώτη φορά δεν τον ενδιέφερε ποιες θα είναι οι συνέπειες για τον ίδιο , αποφάσισε να πράξει σύμφωνα με το συνείδησή του , σύμφωνα με το φως που στοίχειωνε τον ύπνο του .