Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Δέκα χρόνια μετά


Έφυγες τότε , δε σε χώραγε ο τόπος .
Όνειρα στριμωγμένα στις βαλίτσες , στην ψυχή σου .
Σε μια ψυχή που μπορούσε να δαμάσει τα αδάμαστα .
Όνειρα , φόβοι , ελπίδες , όλα μαζί να τσακώνονται ποιο θα σε πάει
, ποιο θα σε φέρει , ποιο θα σε αφήσει .


Και μια ανάγκη να νικήσεις το ανίκητο ,
μια ορμή θαρρείς φυλακισμένη αιώνες ολόκληρους
να βγαίνει φορές φορές και να νομίζω
πως θα γυρίσει την πλάση πίσω .


Μιλούσες για τα όνειρα και τα μάτια σου φεγγάρια ολόγιομα
, σηκωνόσουνα γυρνούσες το δωμάτιο και έλεγες , έλεγες ,
χανόσουν στους κόσμους σου .


Και μετά τι ;
Μετά το “ εδώ “ η αβάσταχτη πραγματικότητα που μας έδεσε τόσο πολύ .
Μπολιάστικαν οι φόβοι μας βρήκανε τα όνειρά μας καταφύγιο και ελπίδα .
Να'ναι αυτό άραγε η αγάπη ;
Οι φόβοι . Που όταν σε θυμότανε έχανες τον κόσμο ,
σαν να σε πηγαίνανε σε ένα τόπο σκοτεινό, άδειο ,
σαν να σου πέρνανε την ψυχή κομμάτι κομμάτι ,
κούρνιαζες τότε στην αγκαλιά μου “ φοβάμαι “ έλεγες .
“ Θα περάσει” σου έλεγα , και καθώς σου χαίδευα τα μαλλιά μια ανατριχίλα διαπερνούσε το κορμί μου .
Έφυγες τότε .

Η απόφαση


Πετάχτηκε επάνω ασθμαίνοντας , σαν κάτι , η κάποιος , να του είχε πάρει τον τόσο πολύτιμο αέρα μέσα από τα πνευμόνια του . Κοίταξε γύρω του μέσα στο απύθμενο σκοτάδι , προσπαθώντας να καταλάβει που είναι . Και σιγά σιγά επανερχόταν στην πραγματικότητα , κατάφερε να βρει την αναπνοή του όταν πια σιγουρεύτηκε πως ήτανε στο υπνοδωμάτιο του σπιτιού του , στο κρεβάτι του . Στο κρεβάτι που εδώ και χρόνια μοιραζότανε μόνο με τον εαυτό του
Σηκώθηκε αργά προσπαθώντας ακόμη να συνέλθει , προσπαθώντας να καταλάβει τι ήτανε αυτό που τον αναστάτωσε τόσο . Όνειρο ; Μπα ! Πιο εύκολα θα το έλεγε εφιάλτη . Σκουντουφλόντας πάνω στα έπιπλα ζαλισμένος ακόμη πήγε μέχρι το μπάνιο . Έριξε νερό στο πρόσωπό του να ξεπλύνει , μαζί με τον ιδρώτα , και ότι άλλο τον μόλυνε πριν από λίγες στιγμές . Κοίταξε φευγαλέα τον καθρέφτη και αμέσως , αντανακλαστικά σχεδόν , έσβησε το φως . Θαρρείς και ότι έβλεπε δεν του άρεσε .
Περπάτησε , σταθερά τώρα πια , ως την μπαλκονόπορτα με μια αποφασιστική κίνηση την άνοιξε έπειτα άνοιξε το παντζούρι . Το φως των αστεριών του χάιδεψε το πρόσωπο έκανε δυο αργά βήματα . Δεν βιαζόταν πια ο εφιάλτης τελείωσε . Τα αστέρια του το είπανε , κανένας εφιάλτης δεν έχει τόσο φως . Τα κοίταξε για λίγες στιγμές ευχαριστώντας τα που φωτίσανε το χάος που τον έζωσε . Και ας μη θυμότανε ακριβώς τι ήτανε . Η αίσθηση που είχε όταν ξύπνησε ακόμη του προκαλούσε ανατριχίλα . Έκανε ακόμη δυο βήματα , ακούμπησε στα κάγκελα της βεράντας , σε μικρή απόσταση τα φώτα της πόλης , πολύχρωμο καρουζέλ . Άναψε τσιγάρο , σκέφτηκε να κοιτάξει την ώρα , μα το μετάνιωσε “ Τι σημασία έχει “ αναρωτήθηκε . Ότι ώρα και να'ναι το σκηνικό δεν αλλάζει . Η επίδραση της νικοτίνης στον εγκέφαλό του τον βοήθησε να κάνει μια αναδρομή . Ένας αδυσώπητος αγώνας ήτανε σε εξέλιξη μέσα του , ένας αγώνας ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι , ανάμεσα στα πάντα και το τίποτα . Πλησίαζε η μέρα που έπρεπε να πάρει αποφάσεις , αποφάσεις που θα επιρέαζανε άμεσα πολλούς ανθρώπους . Ανθρώπους που χωρίς να τον γνωρίζουνε καν , εξαρτώταν από αυτόν . Αυτός όμως τους ήξερε . Ήξερε τα πάντα για όλους , είχε περάσει μέρες ατέλειωτες μελετώντας φακέλους , ελπίζοντας έτσι , με αυτά που θα διαβάσει , να γίνει η απόφαση που του ανατέθηκε πιο εύκολη . Μάταια . Κανείς τους δεν άξιζε την μοίρα που τους περίμενε .
Όσο και να 'έψαχνε δεν μπορούσε να βρει άλλη “ πόρτα “ στο πρόβλημα , η μάλλον στο δίλημμά του . Δεν υπήρχε μέση οδός . Η λύση ήτανε “ Άσπρο – Μαύρο “ φως η σκοτάδι . Στεκότανε ακόμη στο ίδιο σημείο , θαρρείς και η εσωτερική του διαμάχη δεν του άφηνε δύναμη ούτε καν να κουνηθεί . Άναψε δεύτερο τσιγάρο , το πρόσωπό του σφιγμένο , ανέκφραστο .
Στο βάθος ο ήλιος ξεκινούσε το ταξίδι του , έμεινε να κοιτά το μεγαλείο του φωτός που νικά το σκοτάδι , ένοιωσε πως ακόμη και όταν ο ήλιος δύει , δεν νικιέτε , απλώς παραχωρεί τη θέση του για λίγο .
Το πρόσωπό του φωτίστηκε από ένα πλατύ χαμόγελο . Η μάχη μέσα του είχε λήξει . Η απόφαση πάρθηκε . Δεν θέλησε να παρατήνει αυτόν τον τιτάνιο αγώνα μέσα του , αυτό τον αγώνα που του είχε στερίσει τον ύπνο αρκετές μέρες . Μη μπορώντας , η μάλλον , μη θέλωντας να κάνει αλλιώς , άφησε το σκοτάδι να χαθεί , το φως να νικήσει . Για πρώτη φορά δεν τον ενδιέφερε ποιες θα είναι οι συνέπειες για τον ίδιο , αποφάσισε να πράξει σύμφωνα με το συνείδησή του , σύμφωνα με το φως που στοίχειωνε τον ύπνο του .

Μοναχικές σκέψεις


Τούτες τις μέρες νοιώθω ένα μούδιασμα παράξενο σ ΄όλο μου το είναι . Το κορμί μου σαν να μη θέλει να κινηθεί το μυαλό μου σαν να μη θέλει να δουλέψει . Κάθομαι στο παράθυρο και βλέπω τους ανθρώπους να περνάνε , να ερωτεύονται ,να γίνονται γονείς ,να χαίρονται , να λυπούνται , να ζούνε . Και ΄γω καρφωμένος πίσω από το παράθυρο να κοιτάω , με μια απάθεια ανθρώπου πεθαμένου , θεατή αδιάφορου. Που απλώς παρατηρεί για να περάσει την ώρα του . Κι ΄όλα αυτά του μοιάζουνε γνώριμα , μαζί και ξένα . Μια ταινία του σινεμά που δε τον συναρπάζει και απλώς περιμένει το τέλος για να φύγει .
Να φύγει ;! Να πάει που ;!

Χαραμάδα


Ήτανε κάποτε ένας άνθρωπος σκυφτός
που στα σκοτάδια ζούσε ,
μα σε όλους έλεγε πως το φως αγαπούσε .
Στην κοιλιά μέσα της γης χρόνια ολάκερα γυρνούσε
μα σε κάθε ευκαιρία φώναζε πως μόνο μια χαραμάδα ζητούσε .

Οι ανθρώποι γύρω του λέγανε ιστορίες πως τάχα το φως σε τυφλώνει
αν χώρο δεν έχεις στη ψυχή να το βάλεις
Βρε κάτσε εδώ χάμω του λέγαν , μη ζητάς παραπάνω
σε ψυχές σκοτεινές το φως δεν ταιριάζει
και'μεις ανήκουμε εδώ όχι εκεί πάνω

Εγώ θέλω το φως ξανάλεγε εκείνος και κοιτούσε απάνω
μπορεί να' μαι σκυφτός μα εγώ δε φοβάμαι
εγώ θέλω το φως μια ευκαιρία ζητάω
και θα δεις πως μπορώ την ψυχή να φωτίσω

Έτσι πέρασαν χρόνια και ήταν όλα τα ίδια
ώσπου άνοιξε πόρτα , χαραμάδα μεγάλη .
Μ´ένα σάλτο μεγάλο ξάφνου απάνω εβρέθει
ο ανθρωπάκος εκείνος που το φως εζητούσε


Και είδε φως δυνατό και τον ήλιο να λάμπει
και είδε πέρα μακριά την πλάση να απλώνει .
Κατστε εσείς ανθρωπάκια στα σκοτάδια εκεί χάμω
εγώ είδα το φως και κανείς δεν με πιάνει .
Τώρα εδώ πάνω μπορώ τα πάντα να κάνω .

Κι ως στο χώμα κυλιόταν , την κοιλιά του από τα γέλια κρατούσε
πως αυτός είναι ο ένας που το φως μόνο είδε
σύννεφα μαύρα βαριά τον ουρανό του σκεπάσαν
και το φως του το κρύψαν
Τότε φόβο μεγάλο τα μάτια του είδαν
και βροχή και αέρα που εκεί κάτω δεν είχαν .
Τότε άρχισε κλαίγοντας χαραμάδα να ψάχνει, με τα χέρια να σκάβει
στο λαγούμι να μπει που φόβο δεν έχει .



Εκ των έσω



Την πρωτογνώρισα εκεί γύρω στα είκοσι μου . Στην αρχή με κοίταξε φευγαλέα , έπειτα πιο προσεκτικά και στο τέλος επίμονα '' Εσύ είσαι δικός μου '' μου είπε και το ύφος της δεν σήκωνε αντίρρηση . Τότε λοιπόν άρχισα να σκαρώνω τα πρώτα μου ποιήματα , η μάλλον άρχισα να αποτυπώνω τις ανησυχίες μου , να μοιράζομαι τις σκέψεις μου με το χαρτί . Στην αρχή ήτανε παιχνίδι , η αλαζονεία της δημιουργίας , τα σχόλια που εισέπραττα από τα κορίτσια της παρέας ,η έπαρση του ανθρώπου που μπορούσε περισσότερο από τους άλλους .
Στην πορεία , και αφού με έκανε εντελώς δικό της , μου έδειξε το αληθινό της πρόσωπο . Μου άνοιξε την πόρτα της διάπλατα '' αλλά '' μου είπε '' να ξέρεις πως δεν υπάρχει επιστροφή , δεν έχεις το δικαίωμα να πεις τα παρατάω και φεύγω '' . Και τότε ξεκίνησε μια συζήτηση , ένας διάλογος που κρατά ως τώρα . Είμαι μου λέει αυτό που όλοι θαυμάζουνε και μισούνε , σχεδόν όλοι θαυμάζουνε το έργο ενός καλλιτέχνη και σχεδόν όλοι μισούνε τον ίδιο τον καλλιτέχνη άμα τον γνωρίσουνε , άνθρωπος κλεισμένος στις σκέψεις του , αφηρημένος , απρόσιτος , άνθρωπος που πασχίζει να καταλάβει αυτά που στους άλλους είναι αδιάφορα . Είμαι το σκαλί για να γίνεις καλύτερος για να να δώσεις ότι έχεις να γίνουνε και οι άλλοι γύρω σου καλύτεροι , είμαι η ευχή σου και η κατάρα σου , είμαι η ανάγκη και η απελπισία σου . Είμαι η ανάσα και ο θάνατός σου είμαι η νιρβάνα και η κόλαση σου . Υπάρχεις για να με υπηρετείς , όπως υπάρχω για να σας υπηρετώ , είσαι η διέξοδός μου και είμαι το αδιέξοδό σου . Είμαι ταξίδι και επιστροφή σου .
Γιατί ; την ρωτώ
Γιατί η ζωή σας είναι μια αλληλουχία προδιαγεγραμμένων πράξεων και εγώ σας βγάζω από τις ράγες γιατί ποτίζω με ουσία τη συνήθειά σας . Γιατί είμαι η μόνη ελπίδα εξέλιξης σας


Αυτή λοιπόν η κυρία είναι η τέχνη και όποτε έχει όρεξη έρχεται και με παίρνει από το χέρι και με σεριανά στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της , μου ρίχνει μυστηριώδεις ματιές , μου λέει διφορούμενα λόγια και εγώ τότε θυμάμαι πως για να καταλάβω πρέπει να πάψω να σκέφτομαι , πρέπει απλά να αισθάνομαι . Κι'όσο τη φοβάμαι όταν έρχεται έτσι ξαφνικά τόσο μου λείπει όταν με ξεχνά .
Τόσα χρόνια τώρα και όμως κάθε φορά είναι σαν να είναι η πρώτη . . . .


Βράδυ Σαββάτου







Είναι βράδυ Σαββάτου σε ένα μικρό προσεγμένο μπαράκι με χαμηλωμένο φωτισμό και παλιά ροκ μουσική σε ένταση που να επιτρέπει και κουβέντα .
Οι δύο φίλοι μόλις έχουνε έρθει κάθονται και περιμένουνε να έρθει ο μαγαζάτορας για παραγγελία
-Έχει δουλίτσα απόψε το μαγαζί !
-Ναι δουλίτσα και παρουσίες ! Λέει ο άλλος και κλείνει το μάτι .
Χαμογελάνε και οι δύο και φτάνει και ο ιδιοκτήτης – σερβιτόρος .
-Καλώς τους καλά είσαστε ;
-Για σου μαγαζί ! Όλα καλά εσύ ;
-Επ τι ήτανε αυτό . Μετά από τόσο καιρό είμαι πλέον σκέτο Βασίλης ούτε “ μαγαζί ” ούτε “ αφεντικό ” .
-Καλά σου λέει ο άνθρωπος ρε Ηρακλή , αρπάζει ο άλλος την ευκαιρία . . .
-Ε ψιτ μικρέ , φρόνημα γιατί θα σε βάλω τιμωρία ! Απαντά με σοβαροφάνεια ο Ηρακλής .
-Α ! έχουμε κεφάκια βλέπω , κάνει ο Βασίλης .
-Μπα ! Κάνει ο Θρασύβουλος . Τάχα πειραγμένος .
-Ζέσταμα κάνουμε Βασίλη , έτσι να μην ξεχνιόμαστε .
Γέλια !
-Λοιπόν από ένα κρασάκι κόκκινο .
-Αμέσως . Λέει ο Βασίλης και τραβιέται προς τον πάγκο του να ετοιμάσει την παραγγελία .
-Λοιπόν εντάξει , άκυρο η τιμωρία , αφού σε επιρέαζει τόσο , είσαι ελεύθερος να μιλήσεις . Κάνει ο Ηρακλής βλέποντας το φίλο του σκεφτικό .
Εκείνος τον κοιτά χαμογελώντας .
-Βάλε όσες τιμωρίες θες ρε , πόσες θα βάλεις 10 ; 20 ; Είμαι υπεράνω δε “ μασάω ”.
-Να μασάς γιατί είσαι μεγάλος άνθρωπος και θα πνιγείς , απαντά χαμογελώντας ο Ηρακλής .
-Πφφφφ!
-Σιγά μη ζορίζεσαι θα σκάσεις .
Παραπονεμένο ύφος .
Εκείνη τη στιγμή έρχεται και ο Βασίλης με τα ποτά .
-Κύριε πρόεδρε διαμαρτύρομαι , του λέει ο Θρασύβουλος με ύφος .
Ο Βασίλης γελά , Τι του έκανες ρε του ανθρώπου ;
-Τον φουσκώνω για να ξεφουσκώνει , απαντά ο Ηρακλής με ύφος ψευτοπονηρό .
Ο Βασίλης αφήνει τα ποτά και φεύγει .
-Είμαι αρκετά φουσκωμένος από μόνος μου . Λέει ο Θρασύβουλος και σοβαρεύει .
-Το κατάλαβα , για λέγε !

Εν τω μεταξύ το μαγαζί άρχισε σιγά σιγά να γεμίζει , και καθώς όλοι λίγο πολύ ήτανε γνωστοί χαιρετίοτανε και πέρνανε τις θέσεις τους που λίγο πολύ ήτανε οι ίδιες κάθε φορά που ερχότανε . Ο Βασίλης ανέβασε τους ρυθμούς του , έπαιρνε την παραγγελία πάντα με ένα καλό λόγο , την εκτελούσε και εκεί κάπου ανάμεσα άλλαζε και cd στην κονσόλα . Το μαγαζί είχε πλέον πάρει την κλασική Σαββατιάτικη εικόνα του . Οι δυο φίλοι ήπιανε μια γουλιά από το ποτό τους και χαζέψανε διακριτικά τον κόσμο

-Προέκυψε ένα θέμα με την Καλλιόπη . Σπάει Ο Θρασύβουλος τη σιωπή
-Πάλι ;
-Ε ναι λέει πως δεν περνάμε αρκετό χρόνο μαζί , πως θέλει να το επισημοποιήσουμε , πως δεν αισθάνεται ασφαλής κλπ κλπ .
-Α! και εσύ τι λες ; Ρωτά ο Ηρακλής με ύφος !
-Ξέρω και γω ρε συ ;
-Και ποιος ξέρει ; ο γείτονας ; Η μπας και νομίζεις ότι ξέρω εγώ ;
-Ε πως , φίλος είσαι πρέπει να ξέρεις . Κάνει ο Θρασύβουλος και χαμογελά αυτάρεσκα .

Εκείνη τη στιγμή πλησιάζει μια κοπέλα και στέκεται δίπλα στον Ηρακλή

-Γεια σου Ηρακλή , τι κάνεις ;
Πίνει μια γουλιά , σαν να θέλει να αναβάλει το χαιρετισμό ! Και μετά της λέει :
-Καλά είμαι Μαρία εσύ ;
-Καλά και εγώ , έρχεσαι συχνά εδώ ;
-Ε ναι είναι το στέκι μας .
-Α ωραία , Εγώ ήρθα με τη φίλη μου την Μυρτώ . ( και δείχνει τη φίλη της που καθότανε σε ένα τρπεζάκι πιο πέρα ) .
-Από δω ο Θρασύβουλος , φίλος . Κάνει ο Ηρακλής διακόπτωντάς την επίτηδες
-Χαίρω πολύ ! Μαρία
-Ναι το άκουσα και εγώ χαίρω . . . Κάνει ο Θρασύβουλος και της προτήνει το χέρι
-Παιδιά χάρηκα , να σας αφήσω τώρα να πήτε τα δικά σας , άφησα και την Μυρτώ μόνη . Λοιπόν τα λέμε !
Η Μαρία απομακρύνετε και οι δυο φίλοι τη χαζεύουνε !
-Τι είναι αυτή ρε ; Κάνει ο Θρασύβουλος και τον κοιτά με ύφος απορημένο
-Σιγά , σκούπισε τα σάλια σου .
-Τι ,πως ,που ,πότε ; Απαιτώ ενημέρωση .
-Γνωστή από τη δουλειά . Κάνει ο Ηρακλής αδιάφορα
-Τι γνωστή ρε ημίθεε αυτή σε κατάπιε με τα μάτια της .
-Ναι καλά , λοιπόν μην υπεκφεύγεις , στο θέμα μας .
-Υπό την προϋπόθεση ότι θα μου πεις και εσύ .
-Ναι ναι καλά , μετά . Λοιπόν τι θέλει η Καλλιόπη ; Κάνει με ύφος επιτακτικό
-Την πιάσανε οι ανασφάλειες , δουλεύω λέει πολύ , την παραμελώ .
-Τι παραμελείς ρε , καλά είναι ηλίθια , εσύ έγινες σπιτόγατος , παράτησες τη μάνα σου μόνη για να πας να μήνεις με αυτή και έχει και παράπονο ; Αγριέυει ο Ηρακλής και καθώς μιλά σπθίζει τον αέρα με τα χέρια του
-Ε ρε φίλε γυναίκες .
-Τι θα πει γυναίκες ; Και τον κοιτά με ύφος διαπεραστικό
-Ισως να έχει και δίκιο . Έκανε ο Θρασύβουλος διστακτικά .
-Όπα , κάτι τρέχει εδώ , για λέγε ;
Χτυπά το τηλέφωνο του Θρασύβουλου !
-Μισό , τηλέφωνο , επιστρέφω !

Ο Ηρακλής εκμεταλλεύτηκε μικρή αυτή παύση για να πάει μια γύρα να χαιρετήσει κάτι γνωστούς και να χαζέψει στο δρόμο τους περαστικούς από τη βιτρίνα του μαγαζιού , έβλεπε όμως και τον φίλο του που χειρονομούσε απ'έξω καθώς μιλούσε στο τηλέφωνο . Η βραδιά ήτανε ανοιξιάτικη γλυκιά , πολύς κόσμος έκανε βόλτα , την απολάμβανε . Ζευγαράκια πιασμένα χέρι χέρι , μοναχικές κοπέλες με σκυλάκια φοιτητοπαρέες να συζητάνε έντονα , όλα αυτά δημιουργούσανε ένα υπέροχο μωσαϊκό

-Που ταξιδεύεις ; Ακούστηκε μια φωνή από πίσω , ήτανε ο Θρασύβουλος
-Α! τι έγινε τελείωσε η μπαταρία και είπες να μπεις μέσα ; Απαντά ο άλλος με στόμφο
-Όχι μπαταρία έχει ακόμη
-Παράξενο
-Που έχει μπαταρία ; Ρωτά ο Θρασύβουλος και σηκώνει το ένα του φρύδι
-Όχι έξυπνε που μπήκες μέσα . Να σου πω τώρα γιατί μπερδεύτηκα . Ποιος δουλεύει ποιον ;
-Μάλλον δουλευόμαστε !
-Ωραία λοιπόν , αρκετά με τη δουλειά , διαλειμμα τώρα . Που είχαμε μείνει ; Λέει με ύφος επιτακτικό ο Ηρακλής κλείνοντας το “ παράθυρο ” που θα μπορούσε να αλλάξει ρότα στην κουβέντα τους
-Ε να . . .
-Εκτός και δεν θες , γιατί σε βλέπω ζορίζεσαι . Τον διακόπτει συνεχίζοντας να τον πιέζει
-Σκέφτομαι !
-Σιγά θα κάψεις . . . τσιπακι !
-Να ρε συ δεν νοιώθω πλέον τόσο άνετα μαζί της . Κάνει ο Θρασύβουλος απολογητικά και παίζει με τα τσιγάρα του
-Γιατί ; Τι άλλαξε ;
-Δεν ξέρω . . .
-Α καλά να ρωτήσουμε το γείτονα . Ειρωνεύεται ο Ηρακλής , και πίνει και λίγο κρασί , με ύφος .
-Μη κοροϊδεύεις ρε !
-Εγώ κοροϊδεύω ; Να σου πω , την κουβέντιασες ;
-Τι να της πω ; Και αποστρέφει το βλέμμα .
-Ότι και σε μένα ; Τον κοιτά με ύφος ερωτηματικό
-Ξέρεις πολλές να συζητιούντε ;
-Ξέρω ! ( σιγά μην ξέρω ) σκέφτετε μόνος ο Ηρακλής !
-Τέλος πάντων . Προσπάθησα κάνα δυο φορές αλλά αλλάζει κουβέντα .
-Έκανες κάτι που να την πείραξε και προσπαθεί έτσι να σου το πει ; Ξαναρωτά ο Ηρακλής πιο ήρεμα αυτή τη φορά , σφίγγοντας όμως τον κλοιο γύρω απο το φίλο του .
-Δεν θυμάμαι να έκανα τίποτε .
-Στο “ δια ταύτα ” ;
-Ε ! και εκεί έχουμε προστριβές .
-Γιατί ρε άνθρωπε ; Ξεσπά ο Ηρακλής και ανοίγει τα χέρια του διαπλάτα σε ένδηξη αγανάκτησης !
-Δε ξέρω , δε μπορώ να καταλάβω δε νοιώθω το ίδιο άνετα μαζί της , το καταλαβαίνει αλλά δεν κάνει και κάτι να το αλλάξει , ίσως έχει πλέον πάψει και να με ενδιαφέρει όπως τότε στην αρχή .
-Δηλαδή κάνετε τις μοναξιές σας παρέα . Καλά και τόση ώρα που ήσαστε μαζί τι λέτε ;
-Αμ δε λέμε . Απολογήτε σχεδόν ο Θρασύβουλος
-Μήπως να χωρίσετε ;
-Και να είμαι πάλι μόνος ;
-Γιατί τώρα τι είσαι ;
-Ε πφφφ
-Άντε πάλι . Λέει ο Ηρακλής και χαμογελά με ύφος νικητή
-Καλά τώρα λοιπόν τα δικά σου . Τον αιφνιδιάζει ο Θρασύβουλος
-Ποια δικά μου ; Κάνει εμφανώς ξαφνιασμένος ο άλλος
-Το κορίτσι που σε έτρωγε με τα μάτια
-Ε γνωστή είναι από τη δουλειά . Λέει αδιάφορα αφου πιει λίγο κρασί πρώτα
-Μόνο γνωστή ;
-Ναι ρε έξυπνε μόνο γνωστή !
-Α και μήπως να γίνει και . . . λέι με πονηρό χαμόγελο ο Θρασύβουλος που τώρα περνα στην επίθεση
-Μπα . . .
-Γιατί ;
-Γιατί έτσι κάνουνε όλες στην αρχή και μετά. . .
-Και που ξέρεις ; τις γνώρισες όλες ; Τον κοιτά με βλέμμα διαπεραστικό
-Βλέπω εσάς ! Κάνει ο Ηρακλής και γυρνά αλλού τη ματιά του
-Ναι αλλά εμείς περάσαμε και καλά , και ακόμη και αν τελειώσουμε εδώ έχουμε κάτι να θυμόμαστε
ενώ εσύ ; Με τις αναστολές σου δεν θα σου μείνει τίποτε , και πίστεψέ με χάνεις
-Λες ε ;
-Δε λέω απλά , είμαι σίγουρος ! Δηλαδή επειδή γνώρισες μια πριν τόσα χρόνια και έγινε ότι έγινε πρέπει ντε και καλά όλες να είναι σαν και εκείνη ; η πρέπει να ζεις μόνιμα με την ανάμνησή της . Γιατί από όσο ξέρω δεν ξέρεις καν που είναι .
-Ναι καλά ξέρεις . . . Και δείχνει να αναρωτιέτε
-Λοιπόν ; Συνεχίζει την πίεση ο Θρασύβουλος
-Μμμ λες ε;
-Κάτι άλλο δεν έχεις να πεις ;
-Να πω όχι , να κάνω όμως . . . Βάσιλη . . .
-Παρών , ήρθανε και τα πρώτα σφηνάκια , άντε υγεία
-Υγεία . Λοιπόν τώρα φέρνεις δυο σε εμάς και πας και εκεί στα κορίτσια από ένα ότι πίνουνε
-Τι έχουμε ; Ρωτάει με χαμόγελο πονηρό ο Βασίλης .
-Τίποτα ακόμη , λέμε όμως να αποκτήσουμε . Κάνει ο Ηρακλής και τον κοιτά με χαμόγελο όλο νόημα
-Έτσι έτσι , τέτοια να ακούω . . . . λέει ο Βασίλης από απομακρύνετε , ξανά βιαστικός , να εκτελέσει την παραγγελία και προσέχει με την άκρη του ματιού του το κορίτσι που πριν χαιρέτησε τον Ηρακλή τώρα να τον κοιτά επίμονα , ενώ εκείνος μιλά με το Θρασύβουλο και δεν την προσέχει .
Η παραγγελία ετοιμάζετε “ πάραυτα “ , όπως αρέσει στο Βασίλη να λέει , και πηγαίνει , παρέα με ένα πλατύ χαμόγελο , στο τραπέζι των κοριτσιών
-Κορίτσια αυτά είναι από τα παιδιά εκεί . Λέει ο Βασίλης χαμογελώντας και δείχνει τους δυο φίλους .Και αυτά είναι από το μαγαζί . Συνεχίζει και προσγειώνει μπροστά τους τα σφηνάκια .
Τα κορίτσια τον κοιτούνε για λίγο αμήχανα . Προφανώς δεν το περιμένανε . Αλλά γρήγορα ένα χαμόγελο φέρνει την ισορροπία .
-Ευχαριστούμε πολύ κύριε . . .
-Βασίλης , χωρίς τίτλους . Σκέτο Βασίλης .
-Ευχαριστούμε πολύ λοιπόν Βασίλη . Ξαναλέει η Μαρία που μπήκε πρώτη στο νόημα
-Να 'στε καλά , άντε γεια μας τώρα . Και σηκώνει το δικό του σφηνάκι και το κατεβάζει μονορούφι
Τα κορίτσια τον μιμούνται , μαζεύει τα ποτήρια και φεύγει . Η Μαρία σηκώνετε και πηγαίνει προς το τραπέζι των δυο φίλων
-Λοιπόν κύριοι στην υγειά σας . Λέει χαμογελώντας με ένα τόνο επίσημο , Και για να ανταποδώσουμε την ευγένεια σας καλούμε στο τραπέζι μας . Τους κοιτά έναν έναν με ένα βλέμμα που δεν σηκώνει αντίρρηση και επιστρέφει στο τραπέζι της .
-Τι κάνουμε τώρα ρε ; Λέει ο Θρασύβουλος αμήχανα
-Σαν τι θες να κάνουμε ; Δικιά σου ιδέα ήτανε , άντε πάμε . Λέει ο Ηρακλής πιότερο θυμωμένος παρά χαρούμενος με αυτή την απρόσμενη εξέλιξη . Όχι γιατί δεν του άρεσε , αλλά γιατί ένοιωσε και ο ίδιος αρκετά αμήχανα , γεγονός όμως που δεν τον εμπόδισε να κάνει αυτό που ίσως να ήθελε εξαρχής , να πάει δηλαδή να κάτσει με την Μαρία .

Σηκωθήκανε και πήγανε και καθίσανε παρέα για ώρα πολύ . Ο Βασίλης , άγρυπνος φρουρός , μέσα από τον πάγκο του χαμογέλασε ικανοποιημένος . Και η νύχτα κύλισε γλυκά πάνω σε κουβέντες , γέλια , μουσικές και τα κίτρινα φώτα να φωτίζουνε τα άλλοτε γοργά άλλοτε νυσταγμένα βήματα των περαστικών στο πλακώστροτο .

Δεκέμβριος 1997




AΓΟΡΙΑ ΚΑΙ ΚΟΡΊΤΣΙΑ

Είναι κάτι βραδιές χαμένες.
Πριν καν αρχίσουν , τελειωμένες

Αγόρια και κορίτσι μεθυσμένα ,
Απο το νου τους μακριά .
Ψάχνουνε κάτι απεγνωσμένα ,
μα πουθενά !

Μεσ'τη ζάλη του ποτού .
Πίσω απο την πλάτη του καιρού .

Πίσω απο το ψέμα ,
κάνουν το λάθος .
Κι 'ύστερα λένε πως ήτανε πάθος

Κι' όμως !
Ξέρουνε .







ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ


Το πρώτο φως του ήλιου ,
το σκοτάδι στα δυο χωρίζει ,
Μια σκέψη , μια ιδέα το νου μου βαζανίζει .


Ένας θυμός που σαν θεριό τα σωθικά μου τρώει .

Μια πληγή που καμμάτια με κάνει .
Μια πληγή που ο χρόνος περνά και δεν μπορεί να γιάνει .

Άλλη μια νύχτα συντροφιά με τον πόνο .
Άλλη μια νύχτα μένω εδώ , να πονώ ,
και γιατί να ρωτώ .










ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ


Τα μάτια μου κλείνω
Τα φτερά μου ανοίγω

Η θάλασσα επιτέλους γαλήνεψε ,
Η ομίχλη του μυαλού με λυπήθηκε ,
το θολό της πέπλο μάζεψε .

Και γω στης ψυχής μου το άπειρο
βουτάω
Γιατί τώρα μπορώ πιο βαθιά να πάω

Την πορεία μου συνεχώς διορθώνωντας
αλλάζω

Και την ρότα της ιθάκης μου
συνεχώς πλησιάζω .








ΑΝΙΣΗ ΠΑΛΗ


Παλεύεις λυσσασμένα να νικήσεις το αναπόφευκτο ,
Μάταια

Μην κουράζεσαι , κάνε υπομονή .
Όταν σε λεηλατήσει , κοίτα το στα μάτια .
Κάτσε δίπλα του , πες του ένα καλό λόγω


Είναι καλύτερα και για τους δυο σας , θα δεις .












ΑΤΙΤΛΟ

Έι εσύ ,
που απο μακριά κοιτάς .
Ναι εσύ ,
που με θεωρείες μιλάς .

Έλα 'δω .
Που θάνατος μυρίζει
Εδώ .
Που λογική και τρέλλα μια στιγμή χωρίζει .

Έλα εδώ να δεις .
Να σκεφτείς , να δακρύσεις ,
να πονέσεις , να αγαπήσεις .

Κι'αν δεις πως δεν μπορείς ,
τότε ψάξε !
Ψάξε το δρόμο σου να βρεις .
Γιατί μονάχος θα χαθείς .




ΔΥΟ ΨΥΧΕΣ


Εκεί στο παράθυρο,
Το χιόνι τη φύση σκεπάζει,
Εδώ μια φωτιά ,
ζεσταίνει κορμί και ψυχή .

Στο λίγοστό φως των κεριών που σιγοκαίνε,
δυο ψυχές , που μάθαν πρώτα να κλαίνε ,
προσπαθούνε στης αγάπης την ακγαλιά
να βρούνε λίγη ζεστασιά .

Δεν μιλάνε , μονάχα τα μάτια κοιτάνε .
Σκέψεις και αισθήματα που απο'κει
βιαστικά περνάνε .
Τα πιο όμορφα μονάχα κρατάνε .
Την ασχήμια του κόσμου πετάνε.
Κι' ύστερα ,
στην αγκαλιά του Μορφέα κρύβονται ,
το σκάνε .




ΕΓΩ ΚΑΙ ΕΣΥ



Με τη μορφή σου στο μυαλό να μου γελά ,
Με μια κρυφή χαρά μες στην καρδιά .
Μονάχος πάλι τριγυρίζω ,
τις άδειες ώρες μου γεμίζω .

Άνθρωποι γύρω μου πολλοί ,
Όλοι τρομακτικά αδιάφοροι , κενοί .
Τόσο κοντά μου,
Τόσο μακριά μου .

Μα εγώ έχω εσένα ,
και πάμε μαζί
σε μέρη άγνωστα , ονειρεμένα .

Και άσ'τους αυτούς στη μοναξιά τους
να σαπίζουν .
Τώρα πια δεν με αγγίζουν .




ΕΙ ΕΣΕΙΣ


Ει εσείς ,που με τα λάθη σας
τον κόσμο λερώνετε
Ει εσείς , που με το φόβο σας
τους ανθρώπους πληγώνετε .


Εσείς , που κρύβεστε ,
που αρνήστε το βάρος των πράξεων σας να φορτωθείτε

Όσο μακριά κι'αν πάτε ,
στον καθρέυτη κι'αν δεν κοιτάτε .

Τα λάθη σας πάντα μπροστά σας θα' ναι .
Οι ερηνείες θα σας κηνηγάνε .
Κι'όσοι σας αγαπάνε ,
πάντα , για σας θα πονάνε .









ΕΙΚΟΝΕΣ


Περπατάω μονάχος, σκεφτικός .
Βοριάς φυσάει δροσερός .
Το πρόσωπό μου χαιδεύει , με μαγεύει.
Μεσ'το μυαλό μου τον αφήνω να μπει ,
Τη βρόμα του κόσμου να βρει ,
και μακριά να πάρει .
Ότι άσχημο έχει μείνει , αυτός να μπει ,
να το ξεπλύνει .

Γύρω μου βλέπω ,
παιδιά αγκαλιασμένα .
Χαμογελάω ,
εύχομαι Θέε μου ,
να' ναι αγαπημένα .





ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


Μια επανάσταση απο παιδιά .
Μια επανάσταση σαν τη φωτιά .
Μια επανάσταση ιδεών ,
κόντρα στο χάος των αξιών .

Μια χούφτα χέρια ,
τον ουρανό κοιτάνε ,
και σας ΡΩΤΑΝΕ .

Πίσω απο τα λόγια είναι η αλήθεια ,
Πίσω απο τον ορίζοντα είναι τα όνειρα,
που μοιάζουν παραμύθια

Μα η ψυχή τους δυνατή πάντα θα προσπαθεί ,
εδώ τα όνειρα να φέρει .





Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ Γ


Απο μικρός μονάχος διάλεξες να μείνης
Σε συμβουλές και νόμους
σημασία να μη δίνεις

Πάντα ότι ένοιωθες ήθελες να κάνεις
Και τις συνέπειες είχες το θάρρος να σηκώνεις

Το φόβο μακριά το έδιωξες .
Με της ψυχής τη χάρη ότι είχες το έδωσες


Κι' αν άσχημα σου φέρθηκαν
και να σου σταθούν απέτυχαν
Κι'αν η ζωή σε έκανε να πονέσεις
Κι'αν η μοίρα σε έκανε να δακρύσεις
Μη φοβηθείς .
Πάλεψε και θα δεις
θα νικήσεις .






ΗΞΕΡΕΣ


Ένας κρότος δυνατός σαν να σε ξύπνησε απότομα
Σταμάτησες να δεις , να καταλάβεις τι έκανες .

Δεν έψαξες , δε ρώτησες , ήξερες !

Ύστερα φορτώθηκες ότι σου έμεινε
και συνέχισες .




Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΠΑΛΑΝΤΑ


Κορίτσι λυπάμε για 'σένα
που ρο δρόμο σου έχασες ,
Και όσα μου είπες ,
στη στιγμή τα ξέχασες .

Το λόγο που είπες
να σηκώσεις δεν μπόρεσες ,
και την καρδιά μου .
Στη στιγμή τη λησμόνησες


Και 'γω κουράστικα συγνώμες να σου δίνω
γι'αυτό πίσω σ'αφήνω .

Να σε παγώνει η μοναξιά σου
Να σε σκοτώνει η ερημιά σου
Να σε διχάζει το κορμί σου

Κορίτσι λυπάμε για 'σενα ,
που ο δρόμος που διάλεξες ,
πουθενά δε σε πάει

Αντιο κορίτσι .
Και γω ;
Θα θυμάμαι .







Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ


Ανεμοστρόβιλος μαύρος,
δυνατός ,
βροχή καυτή απάνθρωπη ,
λόγια μαχαίρια δίκοπα .
Πληγές βαθιές ανοίγουνε

Πληγές αγιάτρευτες
Του χρόνου το άπειρο να κλείσει δεν φτάνει

Μάτια , αγνά , παιδικά
στην ψυχή σας κοιτάνε .
ΓΙΑΤΙ ; σας ρωτάνε

Ουρανός σκοτεινός , βουβός
τα όνειρά μας μαυρίζει ,
Τις ψυχές μας σε χίλια κομμάτια τις σκίζει.

Τ'αστέρια κοιτάμε , τα ρωτάμε
Αξίζει ;

Κι'αυτά τη λάμψη τους γι'απάντηση μας δίνουν .




ΚΑΙ ΕΣΥ ΜΕ ΚΟΙΤΟΥΣΕΣ


Σε κοιτούσα να ξεμακραίνεις ανήμπορος να κάνω τίποτε.
Μονάχα απλωνα το χέρι , και έκανα να πω μια κουβέντα ,
Στάλες χοντρές δάκρυα κυλούσανε σε όλο μου το κορμί .
Μια πέτρα βαριά στο στήθος μου έπνιγε κάθε ήχο.


Και εσύ με κοιτούσες με μάτια μεγάλα , χαμογελαστά,
σαν να μου έλεγες “ δεν πειράζει , καταλαβαίνω “.
Ήξερα , είχες δίκιο , δεν μπορούσα .
Και ένα μαχαίρι μου 'σκιζε την ψυχή χίλια κομμάτια .





















ΚΙ ΕΓΩ ΜΟΝΑΧΟΣ



Μονάχος σε δρόμους γνωστούς τριγυρνώ.
Είναι βράδυ , φώτα παντού ,
κι'όμως σκοτάδι .

Μονάχος σε δρόμους γνωστούς τριγυρνώ ,
το άγνωστο αναζητώ ,
τοίχοι γύρω μεγάλοι , άχρωμοι βουβοί .

Άνθρωποι έρχονται και πάνε .
Σαν τρελοί , βιαστικά περπατάνε .

Κι' εγώ μονάχος , σ'ένα δωμάτιο με χρώματα .
Κλείνω απ'έξω ότι λειτουργεί αυτόματα .
Κι'όνειρα χτίζω ,
μονάχα έτσι μπορώ τη ζωή να χρωματίζω .














ΛΥΤΡΩΣΗ


Όλα γύρω σου γυρίζουν,
έκανες να σηκωθείς ,ξανάπεφτες .
Ο Χρόνος είχε σταματήσει .

Και εσύ στη μέση του πουθενά ,
ψυχή μετέωρη που παλεύει απεγνωσμένα .

Είναι και αυτές οι φωνές γύρω σου,
αδιάκοπες , δυνατές .
Δίχως να καταλαβαίνεις τι λένε .
Μόνο θες να τρέξεις , να τρέξεις , να φύγεις .

Θες να φωνάξεις βοήθεια
μα η φωνή σου πνίγεται μες τους λυγμούς .

Απλώνεις το χέρι να βρεις μιαν αγάπη
μα όσοι υπάρχουν γύρω σου σαπίζουν .

Νοιώθεις την τρέλα να σε πλησιάζει,
οι φωνές να σβήνουν , τα χρώματα να χάνονται .

Τυλίγεσαι στην απελπισία σου ,
κολυμπάς στις λίμνες των δακρύων σου να ξεφύγεις .

Ένα χέρι σε πιάνει από τον ώμο .
Χαμογελάς , Υπάρχεις .














ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ


Μια γλυκιά μελαγχολία
σκεπάζει την καρδιά ,
Μια ομίχλη πικρή που κρύβει
του ήλιου τη ζεστασιά .

Τώρα όλα περνάνε από εδώ .
Φίλοι και εχθροί,
χαρά και λύπη .
Όσα ήρθανε και φύγανε ,
και στου χρόνου το άπειρο
σαν διαβάτες χαθήκανε .

Έγινα φίλος με τους φίλους,
Έγινα φίλος με τους εχθρούς.
Έγινα φίλος με τον πόνο
και πια δεν με φοβίζει

Θα'μαι εδώ
Θα ζω , θα αγαπώ
κι'όσο αντέξω .







ΜΟΥΣΙΚΗ


Άνθρωπε άκου ,
μια μουσική που μακριά σε πάει .
Άνθρωπε άκου ,
μια μουσική που σ'αγαπάει .

Κι όταν πονάς , πονάει .
Και τη χαρά μαζί σου τραγουδάει .

Άνθρωπε ασ'την μαζί της να σε πάρει ,
στον μαγικό της κόσμο να σε βάλει .

Κλείσε τα μάτια σου , σκύψε κοντά της
άκου τη μιλιά της
νοιώσε τη μαγική ομορφιά της .

ΝΕΡΑΙΔΑ


Ναι 'σαι κοντά για να σε φτάνω ,
και μακριά να σε ζητώ
Να 'σαι ουρανός για να πετάω ,
και ύστερα η γη για να πατώ

Ναι 'σαι η σκέψη που μαζί μου
θα πλαγιάζει,
την κουρασμένη μου ψυχή
να ξεκουράζει .

Την αγκαλιά σου θάλασσα πλατιά
να ανοίγεις .
Όταν φοβάμαι , να με κρύβεις .


ΟΙ ΔΙΑΒΑΤΕΣ


Περπατούσανε μαζί
Ξαφνικά , και ενω δεν είχανε παέι μακριά , τον ήλιο κρύψανε σύνεφα βαριά .
Έπιασε μπόρα δυνατή , ο δρόμος λάσπη γέμισε
Τότε αποφασίσανε , σοφά , στου δρόμου να σταθούνε την άκρη , να αφήσουν να κοπάσει η βροχή . Να σκεφτούν , ν'αποφασίσουν , μες τη λάσπη πως θα προχωρήσουν .
Πορεία σωστή να χαράξουν , το δρόμο τους να μη χάσουν .



ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Ένας κόσμος που τρανταζόταν ,
καθώς έτρεχε πάνω στις ράγες του “πρέπει” , του “γιατί” , του “ μήπως “ .
Ένας κόσμος που φοβότανε πως κάθε του μέρα
θα είναι η τελευταία


Και 'γω τους χάζευα πίσω από το παράθυρο.
Χαμογελούσα μεθυσμένος , αφηνόμουνα .
Σαν τα νερά της λίμνης στα πρωτοβρόχια .
Άφηνα τον ήλιο να φωτίσει κάθε μου κύτταρο
Ήμουν παντού .







Σ’ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ


Ότι στου χρόνου τα διάβα δεν αντέχει ,
σαπίζει , χάνεται
Όποιος χώρο στην ψυχή του για αγάπη δεν έχει ,
Μικρός , ανύπαρκτος αισθάνεται .


Ο πόνος στη ράχη μας φορτώνεται ,
και μας βαραίνει .
Μα η χαρά μας κλείνει το μάτι ,
στη γωνιά περιμένει .

Ο ήλιος τη γαλήνια θάλασσα χρυσώνει .
Η αύρα την ψυχή λευτερώνει .
Ένας άνεμος αλήτης της ζωής σου το πηδάλιο παίρνει .
Δε μιλάει , στα μάτια σε κοιτάει , χαμογελάει .








ΣΚΕΨΕΙΣ

Σκέψεις που τριγυρνάνε ,
στα μονοπάτια του μυαλού .
Σκέψεις που ξύπνιο με κρατάνε .
Σκέψεις που απαντήσεις ζητάνε .
Σκέψεις που στον τοίχο με κολλάνε.

Και'γω που απαντήσεις δεν έχω ,
που τον παράλογο κόσμο δεν αντέχω .

Θα ψάχνω μονάχα θα ρωτώ .
Τον ήλιο ,τα λουλούδια , τον ουρανό .
Και ίσως κάποιτε απάντηση να βρώ .







ΧΕΙΜΩΝΑΣ




Χειμώνας ήρθε ξανά .
Αναμνήσεις τις οθόνες του μυαλού μου γεμζουνε .
Εικόνες όμορφες , καινούργιες και παλιές .

Χειμώνας ήρθε ξανά κι'όμως ,
δεν είναι ο ίδιος .
Αλλάζουνε , λένε , οι εποχές .
Και εμείς μαζί τους .
Ίσως .
Φταίμε εμείς που ο χειμώνας είναι αλλιώς .





Ο ΧΡΟΝΟΣ


Ο ήλιος τα πράσινα φύλλα χρυσώνει .
Μεσσημέρι , ακόμα μια μέρα τελειώνει .

Ο χρόνος περνά .
Για 'μας φεύγει για άλλους έρχεται

Ο χρόνος που βόλτες μας πάει .
Μας πληγώνει , μας αγαπάει .

Ο Χρόνος .
Που ψέμματα δεν ξέρει να λέει
Και εμείς αναρωτιώμαστε ποιος να φταίει
που ότι του δίνουμε μονάχα να δούμε μας αφήνει ,
που ότι του δίνουμε μονάχα πίσω μας δίνει .















ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

Ένας καθρέφτης σπασμένος , ένας κόσμος ρημαγμένος
Δυο μάτια σπασμένα , από τα παρελθόν κομματιασμένα .
Ένα μυαλό θολό , μπερδεμένο , στα σκοτάδια χαμένο .


Παιδιά του σήμερα ,
που εχθές μεγαλώνουν .












ΦΟΒΑΜΑΙ


Τώρα που μας τελείωσανε τα δήθεν
Τώρα, που μείναμε μόνοι με τον ευατό μας .
Τώρα που νοιώθουμε νικημένοι , κουρασμένοι ,
ανήμποροι .


Τώρα , που σκύβουμε το κεφάλι μπροστά στα όνειρα που θάψαμε .
Μπροστά στα όνειρα που με πικρία μας κοιτάνε .


Τώρα μονάχα τολμάμε να ψελίσουμε “ Φοβάμαι “ .















ΦΟΒΙΣΜΕΝΟ ΚΟΡΙΤΣΙ


Τα σκοτεινά μονοπάτια του μυαλού σου ξερνάνε εφιάλτες
Σκιές θανάτου να σε πάρουν προσπαθούνε .
Κι'εσύ φοβάσε , φωνάζεις ,
και απ'τον ύπνο σου το σκας .

Ποια σκιά φθονερή σε ζηλεύει ;
Ποιος φόβος σκοτεινιάζει το βλέμμα σου;
Γιατί ζηλεύει την αγνή σου την ψυχή ;

Στο φως του ήλιου να σβήσει .
Στα νερά του ωκεανού να πνιγεί .
Στο άπεορο του χρόνου να χαθεί .

Την μορφή σου να μην ξαναδεί .
Κι' ύστερα .
Ύστερα σαν παιδί στην αγκαλιά μου να κοιμηθείς .