Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Δέκα χρόνια μετά


Έφυγες τότε , δε σε χώραγε ο τόπος .
Όνειρα στριμωγμένα στις βαλίτσες , στην ψυχή σου .
Σε μια ψυχή που μπορούσε να δαμάσει τα αδάμαστα .
Όνειρα , φόβοι , ελπίδες , όλα μαζί να τσακώνονται ποιο θα σε πάει
, ποιο θα σε φέρει , ποιο θα σε αφήσει .


Και μια ανάγκη να νικήσεις το ανίκητο ,
μια ορμή θαρρείς φυλακισμένη αιώνες ολόκληρους
να βγαίνει φορές φορές και να νομίζω
πως θα γυρίσει την πλάση πίσω .


Μιλούσες για τα όνειρα και τα μάτια σου φεγγάρια ολόγιομα
, σηκωνόσουνα γυρνούσες το δωμάτιο και έλεγες , έλεγες ,
χανόσουν στους κόσμους σου .


Και μετά τι ;
Μετά το “ εδώ “ η αβάσταχτη πραγματικότητα που μας έδεσε τόσο πολύ .
Μπολιάστικαν οι φόβοι μας βρήκανε τα όνειρά μας καταφύγιο και ελπίδα .
Να'ναι αυτό άραγε η αγάπη ;
Οι φόβοι . Που όταν σε θυμότανε έχανες τον κόσμο ,
σαν να σε πηγαίνανε σε ένα τόπο σκοτεινό, άδειο ,
σαν να σου πέρνανε την ψυχή κομμάτι κομμάτι ,
κούρνιαζες τότε στην αγκαλιά μου “ φοβάμαι “ έλεγες .
“ Θα περάσει” σου έλεγα , και καθώς σου χαίδευα τα μαλλιά μια ανατριχίλα διαπερνούσε το κορμί μου .
Έφυγες τότε .

Η απόφαση


Πετάχτηκε επάνω ασθμαίνοντας , σαν κάτι , η κάποιος , να του είχε πάρει τον τόσο πολύτιμο αέρα μέσα από τα πνευμόνια του . Κοίταξε γύρω του μέσα στο απύθμενο σκοτάδι , προσπαθώντας να καταλάβει που είναι . Και σιγά σιγά επανερχόταν στην πραγματικότητα , κατάφερε να βρει την αναπνοή του όταν πια σιγουρεύτηκε πως ήτανε στο υπνοδωμάτιο του σπιτιού του , στο κρεβάτι του . Στο κρεβάτι που εδώ και χρόνια μοιραζότανε μόνο με τον εαυτό του
Σηκώθηκε αργά προσπαθώντας ακόμη να συνέλθει , προσπαθώντας να καταλάβει τι ήτανε αυτό που τον αναστάτωσε τόσο . Όνειρο ; Μπα ! Πιο εύκολα θα το έλεγε εφιάλτη . Σκουντουφλόντας πάνω στα έπιπλα ζαλισμένος ακόμη πήγε μέχρι το μπάνιο . Έριξε νερό στο πρόσωπό του να ξεπλύνει , μαζί με τον ιδρώτα , και ότι άλλο τον μόλυνε πριν από λίγες στιγμές . Κοίταξε φευγαλέα τον καθρέφτη και αμέσως , αντανακλαστικά σχεδόν , έσβησε το φως . Θαρρείς και ότι έβλεπε δεν του άρεσε .
Περπάτησε , σταθερά τώρα πια , ως την μπαλκονόπορτα με μια αποφασιστική κίνηση την άνοιξε έπειτα άνοιξε το παντζούρι . Το φως των αστεριών του χάιδεψε το πρόσωπο έκανε δυο αργά βήματα . Δεν βιαζόταν πια ο εφιάλτης τελείωσε . Τα αστέρια του το είπανε , κανένας εφιάλτης δεν έχει τόσο φως . Τα κοίταξε για λίγες στιγμές ευχαριστώντας τα που φωτίσανε το χάος που τον έζωσε . Και ας μη θυμότανε ακριβώς τι ήτανε . Η αίσθηση που είχε όταν ξύπνησε ακόμη του προκαλούσε ανατριχίλα . Έκανε ακόμη δυο βήματα , ακούμπησε στα κάγκελα της βεράντας , σε μικρή απόσταση τα φώτα της πόλης , πολύχρωμο καρουζέλ . Άναψε τσιγάρο , σκέφτηκε να κοιτάξει την ώρα , μα το μετάνιωσε “ Τι σημασία έχει “ αναρωτήθηκε . Ότι ώρα και να'ναι το σκηνικό δεν αλλάζει . Η επίδραση της νικοτίνης στον εγκέφαλό του τον βοήθησε να κάνει μια αναδρομή . Ένας αδυσώπητος αγώνας ήτανε σε εξέλιξη μέσα του , ένας αγώνας ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι , ανάμεσα στα πάντα και το τίποτα . Πλησίαζε η μέρα που έπρεπε να πάρει αποφάσεις , αποφάσεις που θα επιρέαζανε άμεσα πολλούς ανθρώπους . Ανθρώπους που χωρίς να τον γνωρίζουνε καν , εξαρτώταν από αυτόν . Αυτός όμως τους ήξερε . Ήξερε τα πάντα για όλους , είχε περάσει μέρες ατέλειωτες μελετώντας φακέλους , ελπίζοντας έτσι , με αυτά που θα διαβάσει , να γίνει η απόφαση που του ανατέθηκε πιο εύκολη . Μάταια . Κανείς τους δεν άξιζε την μοίρα που τους περίμενε .
Όσο και να 'έψαχνε δεν μπορούσε να βρει άλλη “ πόρτα “ στο πρόβλημα , η μάλλον στο δίλημμά του . Δεν υπήρχε μέση οδός . Η λύση ήτανε “ Άσπρο – Μαύρο “ φως η σκοτάδι . Στεκότανε ακόμη στο ίδιο σημείο , θαρρείς και η εσωτερική του διαμάχη δεν του άφηνε δύναμη ούτε καν να κουνηθεί . Άναψε δεύτερο τσιγάρο , το πρόσωπό του σφιγμένο , ανέκφραστο .
Στο βάθος ο ήλιος ξεκινούσε το ταξίδι του , έμεινε να κοιτά το μεγαλείο του φωτός που νικά το σκοτάδι , ένοιωσε πως ακόμη και όταν ο ήλιος δύει , δεν νικιέτε , απλώς παραχωρεί τη θέση του για λίγο .
Το πρόσωπό του φωτίστηκε από ένα πλατύ χαμόγελο . Η μάχη μέσα του είχε λήξει . Η απόφαση πάρθηκε . Δεν θέλησε να παρατήνει αυτόν τον τιτάνιο αγώνα μέσα του , αυτό τον αγώνα που του είχε στερίσει τον ύπνο αρκετές μέρες . Μη μπορώντας , η μάλλον , μη θέλωντας να κάνει αλλιώς , άφησε το σκοτάδι να χαθεί , το φως να νικήσει . Για πρώτη φορά δεν τον ενδιέφερε ποιες θα είναι οι συνέπειες για τον ίδιο , αποφάσισε να πράξει σύμφωνα με το συνείδησή του , σύμφωνα με το φως που στοίχειωνε τον ύπνο του .

Μοναχικές σκέψεις


Τούτες τις μέρες νοιώθω ένα μούδιασμα παράξενο σ ΄όλο μου το είναι . Το κορμί μου σαν να μη θέλει να κινηθεί το μυαλό μου σαν να μη θέλει να δουλέψει . Κάθομαι στο παράθυρο και βλέπω τους ανθρώπους να περνάνε , να ερωτεύονται ,να γίνονται γονείς ,να χαίρονται , να λυπούνται , να ζούνε . Και ΄γω καρφωμένος πίσω από το παράθυρο να κοιτάω , με μια απάθεια ανθρώπου πεθαμένου , θεατή αδιάφορου. Που απλώς παρατηρεί για να περάσει την ώρα του . Κι ΄όλα αυτά του μοιάζουνε γνώριμα , μαζί και ξένα . Μια ταινία του σινεμά που δε τον συναρπάζει και απλώς περιμένει το τέλος για να φύγει .
Να φύγει ;! Να πάει που ;!

Χαραμάδα


Ήτανε κάποτε ένας άνθρωπος σκυφτός
που στα σκοτάδια ζούσε ,
μα σε όλους έλεγε πως το φως αγαπούσε .
Στην κοιλιά μέσα της γης χρόνια ολάκερα γυρνούσε
μα σε κάθε ευκαιρία φώναζε πως μόνο μια χαραμάδα ζητούσε .

Οι ανθρώποι γύρω του λέγανε ιστορίες πως τάχα το φως σε τυφλώνει
αν χώρο δεν έχεις στη ψυχή να το βάλεις
Βρε κάτσε εδώ χάμω του λέγαν , μη ζητάς παραπάνω
σε ψυχές σκοτεινές το φως δεν ταιριάζει
και'μεις ανήκουμε εδώ όχι εκεί πάνω

Εγώ θέλω το φως ξανάλεγε εκείνος και κοιτούσε απάνω
μπορεί να' μαι σκυφτός μα εγώ δε φοβάμαι
εγώ θέλω το φως μια ευκαιρία ζητάω
και θα δεις πως μπορώ την ψυχή να φωτίσω

Έτσι πέρασαν χρόνια και ήταν όλα τα ίδια
ώσπου άνοιξε πόρτα , χαραμάδα μεγάλη .
Μ´ένα σάλτο μεγάλο ξάφνου απάνω εβρέθει
ο ανθρωπάκος εκείνος που το φως εζητούσε


Και είδε φως δυνατό και τον ήλιο να λάμπει
και είδε πέρα μακριά την πλάση να απλώνει .
Κατστε εσείς ανθρωπάκια στα σκοτάδια εκεί χάμω
εγώ είδα το φως και κανείς δεν με πιάνει .
Τώρα εδώ πάνω μπορώ τα πάντα να κάνω .

Κι ως στο χώμα κυλιόταν , την κοιλιά του από τα γέλια κρατούσε
πως αυτός είναι ο ένας που το φως μόνο είδε
σύννεφα μαύρα βαριά τον ουρανό του σκεπάσαν
και το φως του το κρύψαν
Τότε φόβο μεγάλο τα μάτια του είδαν
και βροχή και αέρα που εκεί κάτω δεν είχαν .
Τότε άρχισε κλαίγοντας χαραμάδα να ψάχνει, με τα χέρια να σκάβει
στο λαγούμι να μπει που φόβο δεν έχει .



Εκ των έσω



Την πρωτογνώρισα εκεί γύρω στα είκοσι μου . Στην αρχή με κοίταξε φευγαλέα , έπειτα πιο προσεκτικά και στο τέλος επίμονα '' Εσύ είσαι δικός μου '' μου είπε και το ύφος της δεν σήκωνε αντίρρηση . Τότε λοιπόν άρχισα να σκαρώνω τα πρώτα μου ποιήματα , η μάλλον άρχισα να αποτυπώνω τις ανησυχίες μου , να μοιράζομαι τις σκέψεις μου με το χαρτί . Στην αρχή ήτανε παιχνίδι , η αλαζονεία της δημιουργίας , τα σχόλια που εισέπραττα από τα κορίτσια της παρέας ,η έπαρση του ανθρώπου που μπορούσε περισσότερο από τους άλλους .
Στην πορεία , και αφού με έκανε εντελώς δικό της , μου έδειξε το αληθινό της πρόσωπο . Μου άνοιξε την πόρτα της διάπλατα '' αλλά '' μου είπε '' να ξέρεις πως δεν υπάρχει επιστροφή , δεν έχεις το δικαίωμα να πεις τα παρατάω και φεύγω '' . Και τότε ξεκίνησε μια συζήτηση , ένας διάλογος που κρατά ως τώρα . Είμαι μου λέει αυτό που όλοι θαυμάζουνε και μισούνε , σχεδόν όλοι θαυμάζουνε το έργο ενός καλλιτέχνη και σχεδόν όλοι μισούνε τον ίδιο τον καλλιτέχνη άμα τον γνωρίσουνε , άνθρωπος κλεισμένος στις σκέψεις του , αφηρημένος , απρόσιτος , άνθρωπος που πασχίζει να καταλάβει αυτά που στους άλλους είναι αδιάφορα . Είμαι το σκαλί για να γίνεις καλύτερος για να να δώσεις ότι έχεις να γίνουνε και οι άλλοι γύρω σου καλύτεροι , είμαι η ευχή σου και η κατάρα σου , είμαι η ανάγκη και η απελπισία σου . Είμαι η ανάσα και ο θάνατός σου είμαι η νιρβάνα και η κόλαση σου . Υπάρχεις για να με υπηρετείς , όπως υπάρχω για να σας υπηρετώ , είσαι η διέξοδός μου και είμαι το αδιέξοδό σου . Είμαι ταξίδι και επιστροφή σου .
Γιατί ; την ρωτώ
Γιατί η ζωή σας είναι μια αλληλουχία προδιαγεγραμμένων πράξεων και εγώ σας βγάζω από τις ράγες γιατί ποτίζω με ουσία τη συνήθειά σας . Γιατί είμαι η μόνη ελπίδα εξέλιξης σας


Αυτή λοιπόν η κυρία είναι η τέχνη και όποτε έχει όρεξη έρχεται και με παίρνει από το χέρι και με σεριανά στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της , μου ρίχνει μυστηριώδεις ματιές , μου λέει διφορούμενα λόγια και εγώ τότε θυμάμαι πως για να καταλάβω πρέπει να πάψω να σκέφτομαι , πρέπει απλά να αισθάνομαι . Κι'όσο τη φοβάμαι όταν έρχεται έτσι ξαφνικά τόσο μου λείπει όταν με ξεχνά .
Τόσα χρόνια τώρα και όμως κάθε φορά είναι σαν να είναι η πρώτη . . . .