Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Δεκέμβριος 1997




AΓΟΡΙΑ ΚΑΙ ΚΟΡΊΤΣΙΑ

Είναι κάτι βραδιές χαμένες.
Πριν καν αρχίσουν , τελειωμένες

Αγόρια και κορίτσι μεθυσμένα ,
Απο το νου τους μακριά .
Ψάχνουνε κάτι απεγνωσμένα ,
μα πουθενά !

Μεσ'τη ζάλη του ποτού .
Πίσω απο την πλάτη του καιρού .

Πίσω απο το ψέμα ,
κάνουν το λάθος .
Κι 'ύστερα λένε πως ήτανε πάθος

Κι' όμως !
Ξέρουνε .







ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ


Το πρώτο φως του ήλιου ,
το σκοτάδι στα δυο χωρίζει ,
Μια σκέψη , μια ιδέα το νου μου βαζανίζει .


Ένας θυμός που σαν θεριό τα σωθικά μου τρώει .

Μια πληγή που καμμάτια με κάνει .
Μια πληγή που ο χρόνος περνά και δεν μπορεί να γιάνει .

Άλλη μια νύχτα συντροφιά με τον πόνο .
Άλλη μια νύχτα μένω εδώ , να πονώ ,
και γιατί να ρωτώ .










ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ


Τα μάτια μου κλείνω
Τα φτερά μου ανοίγω

Η θάλασσα επιτέλους γαλήνεψε ,
Η ομίχλη του μυαλού με λυπήθηκε ,
το θολό της πέπλο μάζεψε .

Και γω στης ψυχής μου το άπειρο
βουτάω
Γιατί τώρα μπορώ πιο βαθιά να πάω

Την πορεία μου συνεχώς διορθώνωντας
αλλάζω

Και την ρότα της ιθάκης μου
συνεχώς πλησιάζω .








ΑΝΙΣΗ ΠΑΛΗ


Παλεύεις λυσσασμένα να νικήσεις το αναπόφευκτο ,
Μάταια

Μην κουράζεσαι , κάνε υπομονή .
Όταν σε λεηλατήσει , κοίτα το στα μάτια .
Κάτσε δίπλα του , πες του ένα καλό λόγω


Είναι καλύτερα και για τους δυο σας , θα δεις .












ΑΤΙΤΛΟ

Έι εσύ ,
που απο μακριά κοιτάς .
Ναι εσύ ,
που με θεωρείες μιλάς .

Έλα 'δω .
Που θάνατος μυρίζει
Εδώ .
Που λογική και τρέλλα μια στιγμή χωρίζει .

Έλα εδώ να δεις .
Να σκεφτείς , να δακρύσεις ,
να πονέσεις , να αγαπήσεις .

Κι'αν δεις πως δεν μπορείς ,
τότε ψάξε !
Ψάξε το δρόμο σου να βρεις .
Γιατί μονάχος θα χαθείς .




ΔΥΟ ΨΥΧΕΣ


Εκεί στο παράθυρο,
Το χιόνι τη φύση σκεπάζει,
Εδώ μια φωτιά ,
ζεσταίνει κορμί και ψυχή .

Στο λίγοστό φως των κεριών που σιγοκαίνε,
δυο ψυχές , που μάθαν πρώτα να κλαίνε ,
προσπαθούνε στης αγάπης την ακγαλιά
να βρούνε λίγη ζεστασιά .

Δεν μιλάνε , μονάχα τα μάτια κοιτάνε .
Σκέψεις και αισθήματα που απο'κει
βιαστικά περνάνε .
Τα πιο όμορφα μονάχα κρατάνε .
Την ασχήμια του κόσμου πετάνε.
Κι' ύστερα ,
στην αγκαλιά του Μορφέα κρύβονται ,
το σκάνε .




ΕΓΩ ΚΑΙ ΕΣΥ



Με τη μορφή σου στο μυαλό να μου γελά ,
Με μια κρυφή χαρά μες στην καρδιά .
Μονάχος πάλι τριγυρίζω ,
τις άδειες ώρες μου γεμίζω .

Άνθρωποι γύρω μου πολλοί ,
Όλοι τρομακτικά αδιάφοροι , κενοί .
Τόσο κοντά μου,
Τόσο μακριά μου .

Μα εγώ έχω εσένα ,
και πάμε μαζί
σε μέρη άγνωστα , ονειρεμένα .

Και άσ'τους αυτούς στη μοναξιά τους
να σαπίζουν .
Τώρα πια δεν με αγγίζουν .




ΕΙ ΕΣΕΙΣ


Ει εσείς ,που με τα λάθη σας
τον κόσμο λερώνετε
Ει εσείς , που με το φόβο σας
τους ανθρώπους πληγώνετε .


Εσείς , που κρύβεστε ,
που αρνήστε το βάρος των πράξεων σας να φορτωθείτε

Όσο μακριά κι'αν πάτε ,
στον καθρέυτη κι'αν δεν κοιτάτε .

Τα λάθη σας πάντα μπροστά σας θα' ναι .
Οι ερηνείες θα σας κηνηγάνε .
Κι'όσοι σας αγαπάνε ,
πάντα , για σας θα πονάνε .









ΕΙΚΟΝΕΣ


Περπατάω μονάχος, σκεφτικός .
Βοριάς φυσάει δροσερός .
Το πρόσωπό μου χαιδεύει , με μαγεύει.
Μεσ'το μυαλό μου τον αφήνω να μπει ,
Τη βρόμα του κόσμου να βρει ,
και μακριά να πάρει .
Ότι άσχημο έχει μείνει , αυτός να μπει ,
να το ξεπλύνει .

Γύρω μου βλέπω ,
παιδιά αγκαλιασμένα .
Χαμογελάω ,
εύχομαι Θέε μου ,
να' ναι αγαπημένα .





ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


Μια επανάσταση απο παιδιά .
Μια επανάσταση σαν τη φωτιά .
Μια επανάσταση ιδεών ,
κόντρα στο χάος των αξιών .

Μια χούφτα χέρια ,
τον ουρανό κοιτάνε ,
και σας ΡΩΤΑΝΕ .

Πίσω απο τα λόγια είναι η αλήθεια ,
Πίσω απο τον ορίζοντα είναι τα όνειρα,
που μοιάζουν παραμύθια

Μα η ψυχή τους δυνατή πάντα θα προσπαθεί ,
εδώ τα όνειρα να φέρει .





Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ Γ


Απο μικρός μονάχος διάλεξες να μείνης
Σε συμβουλές και νόμους
σημασία να μη δίνεις

Πάντα ότι ένοιωθες ήθελες να κάνεις
Και τις συνέπειες είχες το θάρρος να σηκώνεις

Το φόβο μακριά το έδιωξες .
Με της ψυχής τη χάρη ότι είχες το έδωσες


Κι' αν άσχημα σου φέρθηκαν
και να σου σταθούν απέτυχαν
Κι'αν η ζωή σε έκανε να πονέσεις
Κι'αν η μοίρα σε έκανε να δακρύσεις
Μη φοβηθείς .
Πάλεψε και θα δεις
θα νικήσεις .






ΗΞΕΡΕΣ


Ένας κρότος δυνατός σαν να σε ξύπνησε απότομα
Σταμάτησες να δεις , να καταλάβεις τι έκανες .

Δεν έψαξες , δε ρώτησες , ήξερες !

Ύστερα φορτώθηκες ότι σου έμεινε
και συνέχισες .




Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΠΑΛΑΝΤΑ


Κορίτσι λυπάμε για 'σένα
που ρο δρόμο σου έχασες ,
Και όσα μου είπες ,
στη στιγμή τα ξέχασες .

Το λόγο που είπες
να σηκώσεις δεν μπόρεσες ,
και την καρδιά μου .
Στη στιγμή τη λησμόνησες


Και 'γω κουράστικα συγνώμες να σου δίνω
γι'αυτό πίσω σ'αφήνω .

Να σε παγώνει η μοναξιά σου
Να σε σκοτώνει η ερημιά σου
Να σε διχάζει το κορμί σου

Κορίτσι λυπάμε για 'σενα ,
που ο δρόμος που διάλεξες ,
πουθενά δε σε πάει

Αντιο κορίτσι .
Και γω ;
Θα θυμάμαι .







Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ


Ανεμοστρόβιλος μαύρος,
δυνατός ,
βροχή καυτή απάνθρωπη ,
λόγια μαχαίρια δίκοπα .
Πληγές βαθιές ανοίγουνε

Πληγές αγιάτρευτες
Του χρόνου το άπειρο να κλείσει δεν φτάνει

Μάτια , αγνά , παιδικά
στην ψυχή σας κοιτάνε .
ΓΙΑΤΙ ; σας ρωτάνε

Ουρανός σκοτεινός , βουβός
τα όνειρά μας μαυρίζει ,
Τις ψυχές μας σε χίλια κομμάτια τις σκίζει.

Τ'αστέρια κοιτάμε , τα ρωτάμε
Αξίζει ;

Κι'αυτά τη λάμψη τους γι'απάντηση μας δίνουν .




ΚΑΙ ΕΣΥ ΜΕ ΚΟΙΤΟΥΣΕΣ


Σε κοιτούσα να ξεμακραίνεις ανήμπορος να κάνω τίποτε.
Μονάχα απλωνα το χέρι , και έκανα να πω μια κουβέντα ,
Στάλες χοντρές δάκρυα κυλούσανε σε όλο μου το κορμί .
Μια πέτρα βαριά στο στήθος μου έπνιγε κάθε ήχο.


Και εσύ με κοιτούσες με μάτια μεγάλα , χαμογελαστά,
σαν να μου έλεγες “ δεν πειράζει , καταλαβαίνω “.
Ήξερα , είχες δίκιο , δεν μπορούσα .
Και ένα μαχαίρι μου 'σκιζε την ψυχή χίλια κομμάτια .





















ΚΙ ΕΓΩ ΜΟΝΑΧΟΣ



Μονάχος σε δρόμους γνωστούς τριγυρνώ.
Είναι βράδυ , φώτα παντού ,
κι'όμως σκοτάδι .

Μονάχος σε δρόμους γνωστούς τριγυρνώ ,
το άγνωστο αναζητώ ,
τοίχοι γύρω μεγάλοι , άχρωμοι βουβοί .

Άνθρωποι έρχονται και πάνε .
Σαν τρελοί , βιαστικά περπατάνε .

Κι' εγώ μονάχος , σ'ένα δωμάτιο με χρώματα .
Κλείνω απ'έξω ότι λειτουργεί αυτόματα .
Κι'όνειρα χτίζω ,
μονάχα έτσι μπορώ τη ζωή να χρωματίζω .














ΛΥΤΡΩΣΗ


Όλα γύρω σου γυρίζουν,
έκανες να σηκωθείς ,ξανάπεφτες .
Ο Χρόνος είχε σταματήσει .

Και εσύ στη μέση του πουθενά ,
ψυχή μετέωρη που παλεύει απεγνωσμένα .

Είναι και αυτές οι φωνές γύρω σου,
αδιάκοπες , δυνατές .
Δίχως να καταλαβαίνεις τι λένε .
Μόνο θες να τρέξεις , να τρέξεις , να φύγεις .

Θες να φωνάξεις βοήθεια
μα η φωνή σου πνίγεται μες τους λυγμούς .

Απλώνεις το χέρι να βρεις μιαν αγάπη
μα όσοι υπάρχουν γύρω σου σαπίζουν .

Νοιώθεις την τρέλα να σε πλησιάζει,
οι φωνές να σβήνουν , τα χρώματα να χάνονται .

Τυλίγεσαι στην απελπισία σου ,
κολυμπάς στις λίμνες των δακρύων σου να ξεφύγεις .

Ένα χέρι σε πιάνει από τον ώμο .
Χαμογελάς , Υπάρχεις .














ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ


Μια γλυκιά μελαγχολία
σκεπάζει την καρδιά ,
Μια ομίχλη πικρή που κρύβει
του ήλιου τη ζεστασιά .

Τώρα όλα περνάνε από εδώ .
Φίλοι και εχθροί,
χαρά και λύπη .
Όσα ήρθανε και φύγανε ,
και στου χρόνου το άπειρο
σαν διαβάτες χαθήκανε .

Έγινα φίλος με τους φίλους,
Έγινα φίλος με τους εχθρούς.
Έγινα φίλος με τον πόνο
και πια δεν με φοβίζει

Θα'μαι εδώ
Θα ζω , θα αγαπώ
κι'όσο αντέξω .







ΜΟΥΣΙΚΗ


Άνθρωπε άκου ,
μια μουσική που μακριά σε πάει .
Άνθρωπε άκου ,
μια μουσική που σ'αγαπάει .

Κι όταν πονάς , πονάει .
Και τη χαρά μαζί σου τραγουδάει .

Άνθρωπε ασ'την μαζί της να σε πάρει ,
στον μαγικό της κόσμο να σε βάλει .

Κλείσε τα μάτια σου , σκύψε κοντά της
άκου τη μιλιά της
νοιώσε τη μαγική ομορφιά της .

ΝΕΡΑΙΔΑ


Ναι 'σαι κοντά για να σε φτάνω ,
και μακριά να σε ζητώ
Να 'σαι ουρανός για να πετάω ,
και ύστερα η γη για να πατώ

Ναι 'σαι η σκέψη που μαζί μου
θα πλαγιάζει,
την κουρασμένη μου ψυχή
να ξεκουράζει .

Την αγκαλιά σου θάλασσα πλατιά
να ανοίγεις .
Όταν φοβάμαι , να με κρύβεις .


ΟΙ ΔΙΑΒΑΤΕΣ


Περπατούσανε μαζί
Ξαφνικά , και ενω δεν είχανε παέι μακριά , τον ήλιο κρύψανε σύνεφα βαριά .
Έπιασε μπόρα δυνατή , ο δρόμος λάσπη γέμισε
Τότε αποφασίσανε , σοφά , στου δρόμου να σταθούνε την άκρη , να αφήσουν να κοπάσει η βροχή . Να σκεφτούν , ν'αποφασίσουν , μες τη λάσπη πως θα προχωρήσουν .
Πορεία σωστή να χαράξουν , το δρόμο τους να μη χάσουν .



ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Ένας κόσμος που τρανταζόταν ,
καθώς έτρεχε πάνω στις ράγες του “πρέπει” , του “γιατί” , του “ μήπως “ .
Ένας κόσμος που φοβότανε πως κάθε του μέρα
θα είναι η τελευταία


Και 'γω τους χάζευα πίσω από το παράθυρο.
Χαμογελούσα μεθυσμένος , αφηνόμουνα .
Σαν τα νερά της λίμνης στα πρωτοβρόχια .
Άφηνα τον ήλιο να φωτίσει κάθε μου κύτταρο
Ήμουν παντού .







Σ’ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ


Ότι στου χρόνου τα διάβα δεν αντέχει ,
σαπίζει , χάνεται
Όποιος χώρο στην ψυχή του για αγάπη δεν έχει ,
Μικρός , ανύπαρκτος αισθάνεται .


Ο πόνος στη ράχη μας φορτώνεται ,
και μας βαραίνει .
Μα η χαρά μας κλείνει το μάτι ,
στη γωνιά περιμένει .

Ο ήλιος τη γαλήνια θάλασσα χρυσώνει .
Η αύρα την ψυχή λευτερώνει .
Ένας άνεμος αλήτης της ζωής σου το πηδάλιο παίρνει .
Δε μιλάει , στα μάτια σε κοιτάει , χαμογελάει .








ΣΚΕΨΕΙΣ

Σκέψεις που τριγυρνάνε ,
στα μονοπάτια του μυαλού .
Σκέψεις που ξύπνιο με κρατάνε .
Σκέψεις που απαντήσεις ζητάνε .
Σκέψεις που στον τοίχο με κολλάνε.

Και'γω που απαντήσεις δεν έχω ,
που τον παράλογο κόσμο δεν αντέχω .

Θα ψάχνω μονάχα θα ρωτώ .
Τον ήλιο ,τα λουλούδια , τον ουρανό .
Και ίσως κάποιτε απάντηση να βρώ .







ΧΕΙΜΩΝΑΣ




Χειμώνας ήρθε ξανά .
Αναμνήσεις τις οθόνες του μυαλού μου γεμζουνε .
Εικόνες όμορφες , καινούργιες και παλιές .

Χειμώνας ήρθε ξανά κι'όμως ,
δεν είναι ο ίδιος .
Αλλάζουνε , λένε , οι εποχές .
Και εμείς μαζί τους .
Ίσως .
Φταίμε εμείς που ο χειμώνας είναι αλλιώς .





Ο ΧΡΟΝΟΣ


Ο ήλιος τα πράσινα φύλλα χρυσώνει .
Μεσσημέρι , ακόμα μια μέρα τελειώνει .

Ο χρόνος περνά .
Για 'μας φεύγει για άλλους έρχεται

Ο χρόνος που βόλτες μας πάει .
Μας πληγώνει , μας αγαπάει .

Ο Χρόνος .
Που ψέμματα δεν ξέρει να λέει
Και εμείς αναρωτιώμαστε ποιος να φταίει
που ότι του δίνουμε μονάχα να δούμε μας αφήνει ,
που ότι του δίνουμε μονάχα πίσω μας δίνει .















ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

Ένας καθρέφτης σπασμένος , ένας κόσμος ρημαγμένος
Δυο μάτια σπασμένα , από τα παρελθόν κομματιασμένα .
Ένα μυαλό θολό , μπερδεμένο , στα σκοτάδια χαμένο .


Παιδιά του σήμερα ,
που εχθές μεγαλώνουν .












ΦΟΒΑΜΑΙ


Τώρα που μας τελείωσανε τα δήθεν
Τώρα, που μείναμε μόνοι με τον ευατό μας .
Τώρα που νοιώθουμε νικημένοι , κουρασμένοι ,
ανήμποροι .


Τώρα , που σκύβουμε το κεφάλι μπροστά στα όνειρα που θάψαμε .
Μπροστά στα όνειρα που με πικρία μας κοιτάνε .


Τώρα μονάχα τολμάμε να ψελίσουμε “ Φοβάμαι “ .















ΦΟΒΙΣΜΕΝΟ ΚΟΡΙΤΣΙ


Τα σκοτεινά μονοπάτια του μυαλού σου ξερνάνε εφιάλτες
Σκιές θανάτου να σε πάρουν προσπαθούνε .
Κι'εσύ φοβάσε , φωνάζεις ,
και απ'τον ύπνο σου το σκας .

Ποια σκιά φθονερή σε ζηλεύει ;
Ποιος φόβος σκοτεινιάζει το βλέμμα σου;
Γιατί ζηλεύει την αγνή σου την ψυχή ;

Στο φως του ήλιου να σβήσει .
Στα νερά του ωκεανού να πνιγεί .
Στο άπεορο του χρόνου να χαθεί .

Την μορφή σου να μην ξαναδεί .
Κι' ύστερα .
Ύστερα σαν παιδί στην αγκαλιά μου να κοιμηθείς .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου